Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Συνοπτική Ιστορία και Σχεδιασμοί της Ιεράς Επισκοπής Μοζαμβίκης



Η Ιερά Επισκοπή Μοζαμβίκης μέχρι το 1968 υπαγόταν εκκλησιαστικά στην Ιερά Μητρόπολη Ιωαννουπόλεως και Πρετορίας (Νότιος Αφρική) και κατόπιν στην Ιερά Μητρόπολη Ζιμπάμπουε. Την 7η Νοεμβρίου 2006, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, υπό τον Μακαριότατο Πάπα και Πατριάρχη Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρο Β΄, ανύψωσε την Εκκλησία της Μοζαμβίκης σε Επισκοπή. Στην πνευματική δικαιοδοσία της περιλαμβάνει όλους τους Ορθοδόξους της εν λόγω χώρας, με έδρα την πρωτεύουσά της Μαπούτο (Maputo, παλαιότερα Lourenço Marques), όπως περιγράφεται στον ιδρυτικό Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο.

Πρώτος Επίσκοπος Μοζαμβίκης εξελέγη ο Αρχιμανδρίτης Θεόδωρος (κατά κόσμον Αντώνιος Δημητρίου), χειροτονηθείς την 27η Νοεμβρίου 2006 και εγκατασταθείς στην έδρα του την 28η Ιανουαρίου 2007, ο οποίος παραιτήθηκε δύο χρόνια περίπου αργότερα, ορισθείς πλέον Τιτουλάριος Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως.

Την 7η Οκτωβρίου 2010 εξελέγη Επίσκοπος Μοζαμβίκης ο Ζακύνθιος Αρχιμανδρίτης Ιωάννης Τσαφταρίδης. Η χειροτονία του ετελέσθη την 17η Οκτωβρίου στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Σάββα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, η δε επίσημη ενθρόνισή του πραγματοποιήθηκε την 20ή Φεβρουαρίου 2011.

Η Μοζαμβίκη βρίσκεται στις νοτιοανατολικές ακτές της Αφρικής, οι οποίες βρέχονται από τον Ινδικό Ωκεανό. Πρόκειται για μια από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου, σύμφωνα με σχετικό κατάλογο που είχε δημοσιεύσει ο Ο.Η.Ε., καθώς -όπως υπολογίζεται- το 70% του πληθυσμού βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας. Από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα είναι η μάστιγα του HIV, που σύμφωνα με μελέτες έχει μολύνει το 21% του γενικού πληθυσμού, αλλά και τα εκτεταμένα κρούσματα ελονοσίας, τα οποία, εξαιτίας της έλλειψης βασικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, συνήθως είναι θανατηφόρα.


Μπεΐρα (Beira)

Η Μπεΐρα ήταν η πόλη της Μοζαμβίκης, που φιλοξένησε τους πρώτους απόδημους Έλληνες. Η δημιουργία της Ελληνικής Κοινότητας οφείλεται πιθανότατα στην εξαιρετική γεωγραφική θέση που κατείχε η πόλη, η οποία αποτελούσε την κύρια πύλη εισόδου μετανάστευσης προς την Κεντρική Αφρική. Μαρτυρίες ύπαρξης Ελλήνων εντοπίζουμε ήδη από τον 18ο αιώνα. Στην Μπεΐρα υπήρχε ακμάζουσα Ελληνική Κοινότητα από το 1876, την οποία ίδρυσαν Έλληνες από την Κάρπαθο, την Κάσο, την Κρήτη τα Επτάνησα και από διάφορα άλλα μέρη τής Ελλάδος. Οι Έλληνες, οι οποίοι κατέφθασαν εκεί, ασχολήθηκαν με το εμπόριο, μετέφεραν στους ντόπιους πληθυσμούς τον τρόπο καλλιέργειας καπνού, αλλά και απασχολήθηκαν στην κατασκευή του σιδηροδρόμου, που συνδέει τη Νότιο Αφρική, την Ροδεσία (σημερινή Ζιμπάμπουε και Ζάμπια) με την Μοζαμβίκη.

Στο απόγειο της ακμής της η Ελληνική Κοινότητα αριθμούσε πάνω από 3.500 μέλη. Σύμφωνα με αναφορές, ήδη από το 1896 είχε αρχίσει η ανέγερση του Ιερού Ναού της Αγίας Τριάδος, ο οποίος είναι ο παλαιότερος ορθόδοξος ναός της νοτιότερης Αφρικής. Από το 1909 η Ελληνική Κοινότητα είχε αίθουσα εκδηλώσεων. Το 1927 ανεγέρθη το Πυθαγόρειο Σχολείο, το οποίο κάλυπτε τις μαθησιακές ανάγκες της ευημερούσας Κοινότητας. Με την πάροδο του χρόνου η σπουδαία αυτή Κοινότητα παρήκμασε και μόνο κτήρια εγκαταλελειμμένα απέμειναν, για να θυμίζουν ένα παρελθόν, όπου το ελληνικό στοιχείο αποτελούσε κινητήρια δύναμη στην πρόοδο και την εξέλιξη της περιοχής.

Σε επιστολή του ο τότε Μητροπολίτης και νυν Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρος Β΄ διεκτραγωδούσε χαρακτηριστικά: "Όταν άνοιξα την Εκκλησία και έκανα την Θεία Λειτουργία, ήταν μόνο τρία άτομα ρωσικής καταγωγής που είχαν μείνει και με βοήθησαν. Ήταν πολλά τα δάκρυά μου, όταν άνοιξα την πόρτα του Ιερού, πήρα τα Ιερά σκεύη και τέλεσα την Θεία Λειτουργία σ’ έναν Ι. Ναό που είχε να χρησιμοποιηθεί τόσα χρόνια. Άκουσα απ' έξω παιδικές φωνές. Η Μπεΐρα, πάμπτωχη πόλη, έχει πολλά εγκαταλελειμένα παιδιά που ζουν και τρέφονται από τα σκουπίδια. Πρόκειται για πάνω από 3.000 άστεγα παιδιά".

Με πρωτοβουλία όμως του Μακαριωτάτου, όλα τα κτήρια αρχικά περιήλθαν στην δικαιοδοσία της Ιεράς Μητροπόλεως Ζιμπάμπουε του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής. Ύστερα από σωστικές επεμβάσεις, που πραγματοποιήθηκαν, με φιλότιμο αρωγό την Βουλή των Ελλήνων, τα κτήρια γλίτωσαν από βέβαιη κατάρρευση! Το υφιστάμενο κτηριακό συγκρότημα, κατόπιν συστηματικών επεμβάσεων, που θα λάβουν χώρα, πρόκειται να φιλοξενήσει στις εγκαταστάσεις του το πρώτο ολοκληρωμένο Ορθόδοξο Ιεραποστολικό Κέντρο στην Μοζαμβίκη. Σχεδιάζεται αξιοποίηση των υπαρχουσών εγκαταστάσεων της τοπικής Εκκλησίας, με σκοπό την ενίσχυση του ανθρωπιστικού και ιεραποστολικού έργου της. Στις αρμοδιότητές του θα είναι η εξεύρεση και κατάρτιση ικανών στελεχών -κατά προτίμησιν εκ των εντοπίων- για την δημιουργία του ιερού Κλήρου της νεοπαγούς Επισκοπής, ενώ παράλληλα ευελπιστεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων της περιοχής και ιδιαίτερα αυτών, που σχετίζονται με την υγεία.


Μαπούτο (Maputo, παλαιότερα Lourenço Marques)

Αντίστοιχη Ελληνική Κοινότητα αναπτύχθηκε και στο Μαπούτο, το οποίο αποτελεί και την πρωτεύουσα της Μοζαμβίκης. Το 1949 ολοκληρώθηκε το ελληνικό συγκρότημα (σχολείο, πολιτιστικό κέντρο, αίθουσες αναψυχής και διαλέξεων), το οποίο όμως εθνικοποιήθηκε και παραμένει ως έχει -ατυχώς- μέχρι και σήμερα. [Σημειωτέον, γίνονται ήδη σύντονες προσπάθειες επαναπόκτησής του]. Το 1959 ολοκληρώθηκε ο Καθεδρικός Ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών του Μαπούτο, εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο.

Απέναντι απο τον Ναό βρίσκεται το Πρεσβυτέριο, όπου διέμενε ο εκάστοτε Εφημέριος. Σήμερα, στο υπάρχον κτήριο στεγάζονται -σε πλήρη όμως συνωστισμό- τα Γραφεία της Επισκοπής Μοζαμβίκης, το Ελληνικό Σχολείο, η οικία του Επισκόπου, καθώς και το Γραφείο Ενημέρωσης της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας.

Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι εσχάτως, την 19η Μαΐου 2011, υπεγράφη Σύμφωνο Συνεργασίας μεταξύ της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας (Δ.Σ.Ο.) και του Παναφρικανικού Κοινοβουλίου, αποφασίστηκε μάλιστα ότι το Γραφείο Συνεργασίας θα εδρεύει πλέον στο Μαπούτο της Μοζαμβίκης, για το οποίο ορίστηκαν υπεύθυνοι από την Δ.Σ.Ο. ο Επίσκοπος Μοζαμβίκης κ. Ιωάννης και από το Παναφρικανικό Κοινοβούλιο ο Αντιπρόεδρός του και βουλευτής τού Swaziland κ. Marwick T. Khumalo.

Στις προτεραιότητες της Επισκοπής Μοζαμβίκης ανήκει η ανέγερση Σχολείου σε κατάλληλο χώρο, καθώς σήμερα φιλοξενείται σε ένα γκαράζ. Ως χώρος ανέγερσης του οικήματος επελέγη ο προαύλιος χώρος του Καθεδρικού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στο Μαπούτο. Το οίκημα πρόκειται να περιλαμβάνει αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, που θα χρησιμοποιείται ως σχολείο, αλλά θα φιλοξενούνται και οι διάφορες πολιτιστικές δραστηριότητες της Ελληνικής Παροικίας.

Να σημειωθεί τέλος ότι στο Μαπούτο εντοπίζεται η Ελληνική Παροικία, καθώς και άλλες Ορθόδοξες, όπως αυτές των Ρώσων, των Σέρβων, των Βουλγάρων, των Αιθιόπων κ. α., των οποίων η Επισκοπή Μοζαμβίκης έχει την πνευματική μέριμνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου